Μάνος Τσαλιάγκος: Υιοθετώντας την ευθύνη

0
340

Τίποτε δεν ήταν διαφορετικό την 23η Ιουλίου του 2018. Τίποτε δεν είχε αλλάξει στον βιορρυθμό του ελληνικού κράτους. Η ευθυνοφοβία των υπαλλήλων ήταν η ίδια ευθυνοφοβία που συναντάς στην εφορία ή στην πολεοδομία. Η ανάγκη τους να έχουν για όλα έγκριση «από ψηλά» –από τους «στρατηγούς»– ήταν η ίδια ανάγκη που τους καθιστά ανέκαθεν ιμάντες γραφειοκρατικής αβουλίας.

Τίποτε δεν ήταν διαφορετικό τη μέρα που κάηκε το Μάτι. Η διοίκηση, ακόμη και τα –ας πούμε– «μάχιμα» σώματα ασφαλείας, δρούσαν και αποφάσιζαν με τον κουτοπόνηρο πολιτικαντισμό που τους έχει ενσταλάξει η πολιτική τάξη που τα καθοδηγεί. Ποιος θα εξυπηρετηθεί; Ποιος θα σωθεί; Αυτός που έχει βύσμα. Η μούρη που «τα έχει καλά με τα κανάλια». Πρόσεξε, συνάδελφε, «να μην μπλέξουμε».

Ολα αυτά θα ήταν σκέτη ρουτίνα – υστερικές μαρμαρυγές της ελληνικής κοινοτοπίας. Θα ήταν, αν η κοινοτοπία δεν απέβαινε φονική. Το σύστημα που τρώει συνήθως τον χρόνο των θυμάτων του –που, ενίοτε, τους τρώει από την τσέπη και κανένα φακελάκι– εκείνη την ημέρα έτρωγε ζωές.

Το «σύστημα»; Τι υποδηλώνει άραγε αυτός ο όρος; Δεν δικαιώνει τους (αν)αρμόδιους που, μιλώντας για τις «διαχρονικές παθογένειες του συστήματος», διεκδικούσαν την ανευθυνότητά τους; Δεν εμπεδώνει τη μοιρολατρία για την αυτόματη διαιώνιση μιας αδιόρθωτης πραγματικότητας – για το φιάσκο που πέπρωται να φέρει φιάσκο, που θα ξαναφέρει φιάσκο;

Ο Μάνος Τσαλιαγκός, επικεφαλής στο πυροφυλάκιο του Δήμου Ραφήνας, είδε την πρώτη εστία. Η δική του ήταν από τις πρώτες εναγώνιες φωνές που ακούγονται να τηλεφωνούν στο συντονιστικό. Εχοντας κυνηγήσει τη φωτιά, βρέθηκε λίγες ώρες μετά στη θέση να προσπαθεί να σβήσει το φλεγόμενο κορμί μιας γυναίκας με μπουκάλια εμφιαλωμένου νερού: «Ο ένας, ο συνάδελφος, ξεβίδωνε μπουκάλια. Εγώ της έριχνα νερό και με τα χέρια μου έβγαζα τα κάρβουνα που είχαν κολλήσει στο σώμα της».

Ο Τσαλιαγκός δεν επικαλείται καμία «παθογένεια». Δεν καταγγέλλει. Δεν μεμψιμοιρεί. Αποστρέφει το βλέμμα του σαν από ντροπή και δαγκώνει τα χείλη του για να μην κλάψει, όταν θυμάται ότι του τηλεφώνησε ένας δικός του άνθρωπος και τον ρώτησε: «Γιατί το άφησες κι έγινε αυτό;».

Παράξενο. Αντί να την κλωτσήσει «ψηλά», ο δημοτικός υπάλληλος υιοθετεί την ευθύνη που οι υπουργοί άφησαν ορφανή. Σπάει, επειδή, εννιά μήνες μετά, ακούει ακόμη μια οικεία φωνή να τον ρωτάει «γιατί;». Γιατί το άφησες κι έγινε;

Πολύ παράξενο. Η ύπαρξη ενός τέτοιου προσώπου αρκεί για να δείξει ότι η αλυσιδωτή ανευθυνότητα δεν είναι τάχα αναπόδραστο «σύστημα». Η σκαρτοψυχιά δεν είναι μοίρα.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ